απειλούμαι


απειλούμαι
απειλούμαι, απειλήθηκα, απειλημένος βλ. πίν. 74
——————
Σημειώσεις:
απειλούμαι : στον απλό προφορικό λόγο απαντάται και η κλίση κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ), κυρίως στον παρατατικό (απειλιόμουν).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπειλοῦμαι — ἀπειλέω keep away pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀπειλέω 1 keep away pres ind mp 1st sg (attic epic doric) ἀπειλέω 2 hold out pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέχω — (AM διατρέχω) 1. περνώ από κάπου, διασχίζω κάποιον χώρο («διέτρεξε την πεδιάδα», «διαδραμὼν δὲ τὸ τῶν Ἀθηναίων στρατόπεδον») 2. (για χρόνο) περνώ, διάγω («διατρέχει το εικοστό έτος τής ηλικίας του») 3. κινούμαι, μετακινούμαι βιαστικά εδώ κι εκεί… …   Dictionary of Greek